ὑποεργός
ὑποεργός, helper
ὑποεργός, όν, contr. ὑπουργός (q. v.), A.R. 1.226, Cleanth. 1.9.
ὑπο·εργός, ός, όν, c. ὑπουργός, A. Rh. 1, 226.
ὑποεργός, = ὑπουργός ; Ep.adesp. 195 (IX.676); Coluth. 83 ; Ap.Rh. 1.226.
ὑποεργός, helper