ὑπόζωσμα
ὑπόζωσμα, ατος, τό,
- later form for ὑπόζωμα II, Plu. Rom. 7.
ὑπόζωσμα, ατος (τὸ) c. ὑπόζωμα, Plut. Rom. 7.
ὑπόζωσμα, τό, = ὑπόζωμα, Plut. Rom. 7.
ὑπόζωσμα, ατος, τό,
less Attic form for ὑπόζωμα (II ), Plut.