ὑποικίζομαι
ὑποικίζομαι, dwell under; lie hidden
ὑποικ-ίζομαι, in aor. 1 Med.,
- = foreg. [ὑποικέω] I, βῶλον ὑπῳκίσατο AP 7.372 (Bass.).
ὑπ·οικίζομαι (ao. -ῳκισάμην) c. le préc. Anth. 7, 372.
ὑποικίζομαι, = ὑποικέω, βῶλον ὑποικίσατο Bass. 11 (VII.372).