About Report a problem

Menu

ὑποκαγκελίζω

ὑποκαγκελίζω,
  • dub. sens., ἔχοντες φακούς, ὑποκαγκελίζοντας τοὺς ὀφθαλμούς Cat.Cod.Astr. 7.221.

Saved

Recent