ὑποϊσχάνω
ὑποϊσχάνω, hold under
ὑποϊσχάνω, poet. for ὑπίσχω, ὑπέχω,
- hold under, ὑπὸ μαζῷ χειρὸς ἀγοστόν A.R. 3.120.
ὑπο·ϊσχάνω, c. le suiv. A. Rh. 3, 120.
ὑποϊσχάνω, poet. Nebenform von ὑποΐσχω, Ap.Rh. 3.120 ἐνίπλεον ᾧ ἐπὶ μαζῷ λαιῆς ὑποΐσχανε χειρὸς ἀγοστόν.