ὑποκολπίδιος
ὑποκολπίδιος, worn or concealed in folds of robe
ὑποκολπ-ίδιος, ον,
- = sq. I.2, ξίφη Hdn. 7.6.7.
ὑποκολπίδιος, ος, ον [ῐδ] c. le suiv. Hdn 7, 6, 15.
ὑποκολπίδιος, = ὑποκόλπιος, Hdn. 7.6.15.