ὑποκρατήριον
ὑποκρατήριον, stand of a κρατήρ
ὑποκρᾱτήριον, Ion. ὑποκρητ-, τό,
- stand of a κρατήρ, κρητὴρ καὶ ὑποκρητήριον SIG 2 (Sigeum, vi B. C.: = κρατῆρα κἀπίστατον in the Attic version), cf. 1121 (Naucratis); so βάθρον ὑ. IG 4.39.11 (Aegina):—also ὑποκρᾱτηρίδιον, Ion. ὑποκρητ-, τό, Hdt. 1.25, Philostr. VA 6.11.
ὑποκρατήριον, [ᾱ], τό, = ὑποκρητήριον, Euseb.