ὑπόκλοπος
ὑπόκλοπος, guileful
ὑπόκλοπος, ον,
- guileful, λόγος B. 14.30.
ὑπόκλοπος, ος, ον, caché, secret, Bacchyl. fr. 26.
Étym. ὑποκλέπτω.
ὑπόκλοπος, daruntergesteckt, verborgen, Bacchyl. 35 bei Clem.Al.