ὑποπεπτωκότως
ὑποπεπτωκότως, submissively
ὑποπεπτωκότως, Adv. pf. part. Act. of ὑποπίπτω,
- submissively, ὑ. καὶ ταπεινῶς Plb. 35.2.13.
ὑποπεπτωκότως, adv. avec soumission, humblement, Pol. 35, 2, 13.
Étym. ὑποπέπτωκα, pf. de ὑποπίπτω.
ὑποπεπτωκότως, adv. part. perf. act. zu ὑποπίπτω, demütig, καὶ ταπεινῶς Pol. 35.2.13.