ὑποπετρίδιος
ὑποπετρίδιος, winged
ὑποπετρίδιος, ον,
- winged, ὄνειροι Alcm. 23.49, cf. EM 783.24.
ὑποπετρίδιος, ος, ον [ῐδ] ailé, Alcm. 23, 49, sel. Bgk, par métathèse p. ὑποπτερίδιος.