Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑποπιεσμός
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑποπελιάζω
ὑποπέλιδνος
ὑποπέλιος
ὑπόπεμπτος
ὑποπέμπτος
ὑποπέμπω
ὑποπεπτηῶτες
ὑποπεπτωκότως
ὑποπέπων
ὑποπεράτωσις
ὑποπέρδομαι
ὑποπερικλάομαι
ὑποπερικλάω
ὑποπεριπλύνομαι
ὑποπεριψύχω
ὑποπερκάζω
ὑποπέσσιον
ὑποπετάννυμι
ὑποπέτασμα
ὑποπέτομαι
ὑποπετρίδιος
ὑπόπετρος
ὑποπετρόω
ὑποπέττευμα
ὑποπεττεύματα
ὑποπήγνυμι
ὑποπηδάω
ὑπόπηλος
ὑποπιάζω
ὑποπιέζω
ὑποπιεσμός
ὑποπιθηκίζω
ὑπόπικρος
ὑποπίμελος
ὑποπίμπλημι
ὑποπίμπρημι
ὑποπίνω
ὑποπιπίσκω
ὑποπίπτω
ὑποπισσόω
ὑποπιττόω
ὑποπλάγιος
Ὑποπλάκιος
ὑποπλάκιος
Ὑπόπλακος
ὑπόπλακος
ὑποπλάσσω
ὑποπλαταγέω
ὑπόπλατος
ὑποπλατυπρόσωπος
ὑπόπλατυς
ὑποπλατωνικός
ὑποπλέκω
ὑπόπλεος
ὑπόπλευρον
ὑποπλέω
ὑπόπλεως
ὑποπλήθω
ὑποπληρόω
ὑποπλήρωσις
ὑποπλήσσω
…
ὑποπιεσμός
Save
Bailly 2024
ὑποπιεσμός,
οῦ
(
ὁ
) pression en dessous
ou
pression légère,
Naz.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}