ὑποπολλαπλασιεπιμερής Save Bailly 2024 Pape ὑπο·πολλαπλασιεπιμερής, ής, ές [ᾰσ] diviseur d’un nombre πολλαπλασιεπιμερής (v. ce mot), p. ex. 3 : 8, Nicom. Arithm. p. 93, 94. ὑποπολλαπλασιεπιμερής, s. ὑποπολλαπλάσιος u. ἐπιμερής.