Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑποπρήθομαι
ὑποπρήθομαι, begin to swell
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑποποδίζω
ὑποπόδιον
ὑποπόδιος
ὑποποδισμός
ὑπόποδος
ὑποποιέω
ὑποποίητος
ὑποποίκιλος
ὑπόποκος
ὑποπόλιος
ὑπόπολις
ὑποπολιτεύομαι
ὑποπολιτικός
ὑποπολλαπλασιεπιμερής
ὑποπολλαπλασιεπιμόριος
ὑποπολλαπλάσιος
ὑποπομπή
ὑποπονέω
ὑποπόνηρος
ὑποπορεύομαι
ὑποπόρευσις
ὑπόπορτις
ὑποπορφυρέω
ὑποπορφυρίζω
ὑποπόρφυρος
ὑποποτίζω
ὑπόπους
ὑποπραΰνω
ὑπόπρεμνος
ὑποπρεσβύτερος
ὑποπρήθομαι
ὑποπρήθω
ὑποπρηΰνω
ὑποπρίασθαι
ὑποπρίω
ὑποπρό
ὑποπροάγων
ὑποπροθέω
ὑποπρορρέω
ὑπόπροσθεν
ὑποπρόσθεσις
ὑποπρόστιμος
ὑποπροτίθημι
ὑποπροχέω
ὑποπρύτανις
ὑπόπρῳρος
ὑποπτάζομαι
ὑποπτάω
ὑποπτερίδιος
ὑποπτερνίς
ὑπόπτερος
ὑπόπτευμα
ὑποπτευτέον
ὑποπτευτής
ὑποπτεύω
ὑπόπτης
ὑποπτήσσω
ὑπόπτιλλος
ὑποπτίσσω
ὑπόπτομαι
ὕποπτος
…
ὑποπρήθομαι
Save
ὑποπρήθομαι, begin to swell
LSJ
ὑποπρήθομαι, Pass.,
begin to swell,
Ael.
NA
9.43.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}