ὑποπληρόω
ὑποπληρόω, complete
ὑποπληρ-όω,
- = ὑποπίμπλημι, ὑ. τινὰ τύφον Ael. VH 9.17; complete, τεσσαρεσκαιδέκατον ἔτος Gal. 5.41:—Subst. ὑποπλήρ-ωσις, εως, ἡ, completion, Procl. in Prm. p.656 S.
ὑπο·πληρόω-ῶ, c. ὑποπίμπλημι, El. V.H. 9, 15.
ὑποπληρόω, = ὑποπίμπλημι (?).