ὑποπολλαπλασιεπιμόριος
ὑποπολλαπλασιεπιμόριος, submultiple-superparticular
ὑπο·πολλαπλασιεπιμόριος, ος, ον [ᾰσ] diviseur d’un nombre πολλαπλασιεπιμόριος (v. ce mot), p. ex. 2 : 5, Nicom. Arithm. p. 93, 94.
ὑποπολλαπλασιεπιμόριος, s. ἐπιμόριος u. ὑποπολλαπλάσιος.