Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑποσυλλογιστικός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑποστροβέω
ὑποστρόγγυλος
ὑποστροφάς
ὑποστροφή
ὑπόστροφος
ὑποστροφώδης
ὑπόστρυφνος
ὑπόστρωμα
ὑποστρώμνιος
ὑποστρώννυμι
ὑποστρωννύω
ὑπόστρωσις
ὑποστρωτέον
ὑποστύλιον
ὑποστυλισμός
ὑποστυλόομαι
ὑπόστυλος
ὑποστυλόω
ὑποστύλωμα
ὑπόστυφος
ὑποστύφω
ὑπόστυψις
ὑποσύγγραφος
ὑποσυγκόπτω
ὑποσυγχέω
ὑποσυγχρίω
ὑποσυγχύνω
ὑποσύγχυτος
ὑποσυλάω
ὑποσυλλέγω
ὑποσυλλογιστικός
ὑποσυμβαίνω
ὑποσύμβολος
ὑποσυμμιγής
ὑποσυμπαθέω
ὑποσυναλείφομαι
ὑποσυνάπτω
ὑποσυναφή
ὑποσύνθετος
ὑποσύνθημα
ὑποσυριγμός
ὑποσυρίζω
ὑποσυρίττω
ὑποσυρμός
ὑποσύρω
ὑποσυστολή
ὑποσυστρέφω
ὑπόσυχνος
ὑποσφάγιον
ὑπόσφαγμα
ὑποσφάζω
ὑποσφάξ
ὑποσφάττω
ὑποσφίγγω
ὑπόσφιγμα
ὑποσφόνδυλον
ὑποσφραγίζομαι
ὑποσφραγίζω
ὑποσφραίνομαι
ὑποσφυρίζομαι
ὑποσχάζω
…
ὑποσυλλογιστικός
Save
LSJ
ὑποσυλλογιστικός, ή, όν, name of a type of syllogism,
Stoic.
2.83,88.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}