ὑποχλωρομέλας
ὑποχλωρομέλας, rather dark green
ὑποχλωρομέλᾱς, ᾰνος, ὁ,
- rather dark green or yellow, of persons, Hp. Epid. 6.3.13.
ὑποχλωρο·μέλας, αινα, αν, d’un noir verdâtre, Hpc. 1175g.
Étym. ὑπόχλωρος, μ.
ὑποχλωρομέλας, ὁ, ein wenig bleichschwarz, Hippocr.