ὑποχονδριακός
ὑποχονδριακός, of the ὑποχόνδριον
ὑποχονδρ-ιᾰκός, ή, όν,
- of the ὑποχόνδριον, νόσημα Gal. 8.185.
ὑποχονδριακός, ή, όν [ᾰ] malade des hypocondres, hypocondriaque, A. Tr.
Étym. ὑποχόνδριος.
ὑποχονδριακός, am ὑποχόνδριον krank, am Unterleibe leidend, Medic.