Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑπόχρονος
ὑπόχρονος, temporary
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑπόχθων
ὑποχίτων
ὑποχλέομαι
ὑποχλιαίνω
ὑποχλίζω
ὑπόχλοος
ὑποχλωρομέλας
ὑπόχλωρος
ὑποχνοάζω
ὑπόχνοος
ὑποχοινικίς
ὑποχοιρίς
ὑπόχολος
ὑποχολώδης
ὑποχονδριακός
ὑποχόνδριον
ὑποχόνδριος
ὑποχορεύω
ὑποχορηγέω
ὑποχορηγία
ὕποχος
ὑποχραίνω
ὑποχρεμετίζω
ὑποχρέμπτομαι
ὑπόχρεος
ὑπόχρεως
ὑποχρήστης
ὑπόχρισμα
ὑποχριστέον
ὑποχρίω
ὑπόχρονος
ὑποχρυσίζω
ὑπόχρυσος
ὑποχρυσόω
ὑποχρωματίζω
ὑποχρώννυμι
ὑπόχρωτα
ὑποχυλίζω
ὑπόχυμα
ὑποχύνω
ὑποχυρογραφέω
ὑπόχυσις
ὑποχυτήρ
ὑπόχυτος
ὑποχωλαίνω
ὑποχωλεύω
ὑπόχωλος
ὑποχωρέω
ὑποχώρημα
ὑποχώρησις
ὑποχωρητικός
ὑποχωρίζω
ὑποψάθυρος
ὑποψακάζω
ὑποψαλάσσω
ὑποψάλλω
ὑπόψαμμος
ὑπόψαρος
ὑποψαύω
ὑποψάφαρος
ὑποψάω
…
ὑπόχρονος
Save
ὑπόχρονος, temporary
LSJ
ὑπόχρονος, ον,
temporary
(?),
IG
2(2).2776.156 (ii A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}