Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑποχωλεύω
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑποχόνδριον
ὑποχόνδριος
ὑποχορεύω
ὑποχορηγέω
ὑποχορηγία
ὕποχος
ὑποχραίνω
ὑποχρεμετίζω
ὑποχρέμπτομαι
ὑπόχρεος
ὑπόχρεως
ὑποχρήστης
ὑπόχρισμα
ὑποχριστέον
ὑποχρίω
ὑπόχρονος
ὑποχρυσίζω
ὑπόχρυσος
ὑποχρυσόω
ὑποχρωματίζω
ὑποχρώννυμι
ὑπόχρωτα
ὑποχυλίζω
ὑπόχυμα
ὑποχύνω
ὑποχυρογραφέω
ὑπόχυσις
ὑποχυτήρ
ὑπόχυτος
ὑποχωλαίνω
ὑποχωλεύω
ὑπόχωλος
ὑποχωρέω
ὑποχώρημα
ὑποχώρησις
ὑποχωρητικός
ὑποχωρίζω
ὑποψάθυρος
ὑποψακάζω
ὑποψαλάσσω
ὑποψάλλω
ὑπόψαμμος
ὑπόψαρος
ὑποψαύω
ὑποψάφαρος
ὑποψάω
ὑποψεκάζω
ὑποψελλίζω
ὑποψεύδομαι
ὑποψέφαρος
ὑποψηλαφάω
ὑποψηλαφέω
ὑποψηνίζω
ὑποψηφίζω
ὑποψήφιος
ὑποψήφισις
ὑποψηφιστής
ὑπόψηφος
ὑποψήχω
ὑποψία
ὑποψιαστικός
…
ὑποχωλεύω
Save
LSJ
Pape
ὑποχωλ-εύω, = foreg.,
Gloss.
ὑποχωλεύω
,
ein wenig hinken, Schol. Il
. 6.181.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}