ὑποψάφαρος Save LSJ Bailly 2024 Pape ὑποψάφᾰρος, ον, = ὑποψάθυρος (q. v.). ὑπο·ψάφαρος, ος, ον [ᾰᾰ] var. p. ὑποψάθυρος, Hpc. Étym. ὑ. ψαφαρός. ὑποψάφαρος, etwas locker, mürbe, morsch, Hippocr. Vgl. ὑποψάθυρος.