About Report a problem

Menu

ὑπόσεισμα

ὑπόσεισμα, dust, crumbs

ὑπόσεισμα, ατος, τό,
  • dust, crumbs, τοῦ τεθραυσμένου κατὰ τὰ φορτία λιβάνου, = μάννα I, Aët. 7.40; ὑ. λιβανωτοῦ Gal. 10.887, al.

Saved

Recent