Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑπορχηστής
ὑπορχηστής, pantomimus
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑπορρηγνύω
ὑπόρρηνος
ὑπόρριζος
ὑπορριζόω
ὑπορρίνιον
ὑπόρρινος
ὑπορριπίζω
ὑπορριπτέω
ὑπορρίπτω
ὑπορροιζέω
ὑπόρροος
ὑπορροφέω
ὑπορρόφιος
ὑπορρύημι
ὑπόρρυθμος
ὑπορρυπαίνω
ὑπόρρυσις
ὑπόρρυσος
ὑπορρωδέω
ὑπορρώξ
ὑπόρυγμα
ὑπορυκτικός
ὑπόρυκτον
ὑπόρυξις
ὑπορύσσω
ὑπορύττω
ὑπορχέομαι
ὑπόρχημα
ὑπορχηματικός
ὑπόρχησις
ὑπορχηστής
ὑποσαγής
ὑπόσαθρος
ὑποσαίνω
ὑποσαίρω
ὑποσακίζω
ὑποσακκίζω
ὑποσαλεύω
ὑπόσαλος
ὑποσαλπίζω
ὑποσάνδαλος
ὑποσανίδιον
ὑπόσαπρος
ὑπόσαρκα
ὑποσαρκίδιος
ὑποσάρκιος
ὑποσαρκόω
ὑποσείραιος
ὑπόσεισμα
ὑποσεισμός
ὑποσείω
ὑποσελήνιος
ὑποσέληνος
ὑπόσεμνος
ὑποσευαντήρ
ὑποσεύομαι
ὑποσήθω
ὑποσημαίνω
ὑποσημασία
ὑποσημειόομαι
ὑποσημειόω
…
ὑπορχηστής
Save
ὑπορχηστής, pantomimus
LSJ
ὑπορχ-ηστής, οῦ, ὁ, =
pantomimus,
dub. in
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}