ὑφορβός
ὑφορβός, swineherd (also συφορβός)
ὑφορβ-ός, ὁ,
- v. συφορβός, and add PPetr. 2 p.113 (iii B.C.).
ὑ·φορβός, οῦ (ὁ) porcher, Od. 14, 3, 413 ; 15, 301 ; 16, 1, 20, etc. ; joint à ἀνέρες, Od. 14, 410.
Étym. ὗς, φέρβω.
ὑφορβός, ὁ, wie συφορβός, ὑοφορβός, Sauhirt, Od. oft.
ὑφορβός
See συφορβός.
ὑφορβός (ὗς, φέρβω): swineherd; with ἀνέρες, Od. 14.410. (Od.)
ὑφορβός
ὑ-φορβός, οῦ, ὁ,
= συφορβός, Od.