ὑφικάνω
ὑφικάνω, to steal over
ὑφῐκάνω [ᾱ],
- = ὑπέρχομαι II, steal over one, αὐτὴν ὑπὸ τρόμος αἰνὸς ἱκάνει Il. 11.117.
ὑφικάνω
= ὑπέρχομαι II
- to steal over one, Il.