Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὕλασμα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὕλαγμα
ὑλαγμός
ὑλαγωγέω
ὑλαγωγία
ὑλαγωγός
ὑλάδια
ὑλάδια σῦκα
ὑλάεις
ὑλάζομαι
Ὗλαι
Ὑλαΐδαι
Ὑλαίη
ὑλαῖος
Ὑλαῖος
ὑλακάω
ὑλακή
Ὑλακίδης
ὑλακόεις
ὑλακόμωρος
ὑλακτέω
ὑλάκτης
ὑλακτητής
ὑλακτιάω
ὑλακτικός
ὑλάκτω
ὑλακώδης
ὕλαξ
Ὕλας
ὑλασία
ὑλάσκω
ὕλασμα
ὕλασσα
ὑλάσσω
ὑλαστής
ὑλάστρια
Ὑλάτης
ὑλατόμος
ὑλάω
ὑλειώτης
Ὑλέτης
ὑλέτης
Ὑλεύς
ὑλεύς
ὕλη
Ὕλη
ὑληβάτης
ὑληγενής
ὑλήεις
ὑληκοίτης
ὕλημα
ὑλημανέω
ὑληματικός
ὑληνόμος
ὑληουργία
ὑληουργός
ὑληρεύς
ὑλησκόπος
ὑλητήρ
ὑλήτις
ὑλητόμος
ὑληφορέω
…
ὕλασμα
Save
LSJ
ὕλασμα [ῠ], ατος, τό,
= ὕλαγμα,
Cyran.
42 (pl., s. v. l.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}