Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὠκεανίτης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὠΐα
ὡιγινόμοι
ὠΐγνυντο
ὠΐδας
ὠΐετο
ὠίετο
ὠΐζω
ὤϊξα
ὤϊξε
ὤϊξεν
ὠϊόμην
ὤιον
ὤϊον
ὠΐσθην
ὤϊσχα
ὠΐχθην
ὡκ
ὦκα
Ὠκαλέα
Ὠκαλέη
ὠκαλέον
ὠκαλέος
ὠκέα
Ὠκεάνειος
ὠκεάνειος
Ὠκεανηϊάς
Ὠκεάνης
Ὠκεανίνη
Ὠκεάνιος
Ὠκεανίς
ὠκεανίτης
Ὠκεανῖτις
ὠκεανῖτις
Ὠκεανόβρυτος
ὠκεανόβρυτος
Ὠκεανόνδε
Ὠκεανός
ὠκεανός
ὠκειάων
Ὤκελλος
ὠκέως
ὠκήεις
ᾤκηθεν
Ὠκιμίδης
ὠκίμινος
ὠκιμοειδής
ὤκιμον
ὠκιμώδης
ὡκινάκης
Ὠκίναρος
ὤκινον
ὠκίς
ὤκιστα
ὤκιστος
ᾤκτειρα
ὠκύαλος
Ὠκύαλος
ὠκυβόαι
ὠκυβόας
ὠκυβόλος
ὠκυγένεθλος
…
ὠκεανίτης
Save
Pape
ὠκεανίτης
, ὁ, fem. ὠκεανῖτις, ιδος,
von, aus dem Ozean
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}