Ὠκεανίς
Ὠκεανίς, of, in, from the Ocean
Ὠκεαν-ίς, ίδος, ἡ,
- = ὠκεανῖτις II, αὖραι Pi. O. 2.71; νῆσος Phld. Rh. 1.179 S.
- II pl., Ὠ. Νύμφαι Ocean nymphs, Call. Fr. 24a, Arg. A. Pr.
Ὠκεανίς, ίδος [ᾰῐδ] adj. f. de l’Océan, Pd. O. 2, 129.
Étym. Ὠκεανός.
Ὠκεανίς, ίδος, fem. zu ὠκεάνειος (s. Ὠκεανίς), αὖραι Pind. Ol. 2.76.
ὠκεανῐς
- 1of ocean f. adj. νᾶσον ὠκεανίδες αὖραι περιπνέοισιν O. 2.71
Ὠκεανίς
Ὠκεᾰνίς, ίδος,
- fem. adj. of or from ocean, αὖραι Pind.