ὠκίμινος Save LSJ Bailly 2024 Pape ὠκίμινος [ῐμ], η, ον, made of ὤκιμον, Dsc. 1.49. ὠκίμινος, η, ον [ῐῐ] fait avec du basilic, Diosc. 1, 67. Étym. ὤκιμον. ὠκίμινος, von ὤκιμον gemacht, Diosc.