Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὡραιοδώτης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ᾠοφόρος
ὠοφόρος
ᾠοφυλακέω
ὠοφυλακέω
ὠοφυλακτέω
ὦπα
ὠπάζομαι
ὠπάομαι
ὤπασα
ὧπερ
ᾧπερ
ὠπή
ὤπιον
Ὦπις
ὠπισταί
ὠπλή
ὥπλισσε
Ὦπολλον
Ὡπόλλων
ᾡπόλος
Ὦπος
ὦπται
ὤπωπα
ὦρ
ὤρα
ὥρα
ὡρᾴζω
Ὧραι
ὡραία
ὡραΐζω
ὡραιοδώτης
ὡραιόκαρπος
ὡραιοκόμος
ὡραιόμορφος
ὡραιόομαι
ὡραιοπολέω
ὡραιοπώλης
ὡραῖος
ὡραιότης
ὡραιόφθαλμος
ὡράϊσμα
ὡραϊσμός
ὡραϊστής
ὡραίω
ὡραίως
ὡρακιάω
ὡρακίζω
ὠρανίαφι
ὡρανιστήρ
ὤρανος
ὠρανός
ὡραπολεῖν
ὡράριθμος
ὥρασι
ὥρασι(ν)
ὥρασιν
Ὡρατία
Ὡράτιος
Ὥρατος
Ὡργεῖος
ὤρεα
…
ὡραιοδώτης
Save
Pape
ὡραιοδώτης
, ὁ,
Geber der Schönheit
, Stob.
ecl
. 1.3.30, übh. = ὡρεσιδώτης.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}