ὡραιόομαι
ὡραιόομαι, to be beautiful
ὡραιό-ομαι, Pass.,
- to be beautiful, LXX Ca. 1.10, 7.1, 6; ὡραιώθης μοι σφόδρα 2 Ki. 1.26.
ὡραιόομαι-οῦμαι, c. ὡραΐζομαι, Spt. Cant. 1, 10 ; 7, 1 et 6.