About
Menu

ὡσείτε

ὡσείτε, as it were

ὡσείτε
  • 1as it were indicating a metaphor ἔλπομαι μὴ χαλκοπάρᾳον ἄκονθʼ ὡσείτʼ ἀγῶνος βαλεῖν ἔξω P. 1.44 “κᾶδος ὡσείτε φθιμένου δνοφερὸν ἐν δώμασι θηκάμενοι” P. 4.112 [ὡσείτε (codd.: ὥτε Boeckh) N. 7.71]

Saved

Recent