ὠμοβορεύς Save LSJ Bailly 2024 Pape ὠμο-βορεύς, έως, ὁ, = sq., Nic. Th. 739. ὠμο·βορεύς, έως (ὁ) c. ὠμοβόρος, Nic. Th. 739. ὠμοβορεύς, ὁ, = ὠμοβόρος, Nic. Ther. 739.