ῥαπαταύλης
ῥαπατ·αύλης, ου (ὁ) [ᾰᾰ] joueur de chalumeau, Amér. (Ath. 176d, conj. p. ῥαπαύλης).
Étym. ῥαπατή, chalumeau, Hsch., αὐλέω.
ῥαπαταύλης, ὁ, = ῥαπάταυλος, so vermutet man Ath. IV.176d, wo ῥαπαύλας steht, τοὺς τῇ καλάμῃ αὐλοῦντας, od. auch ῥαπταύλης.