ῥαπίς
ῥᾰπίς, ίδος, ἡ,
- rod, Hsch., Phot.
- II a kind of shoe, = κρηπίς, Hsch., EM 702.33.
- III = γογγυλίς, Hsch.; cf. ῥάπυς, ῥάφυς.
ῥαπίς, ίδος (ἡ) dor. c. ῥαφίς, Epich. fr. 40 Ahrens.
ῥαπίς, ίδος, ἡ, die Rute, = ῥάβδος, wie das Kompos. χρυσόρραπις zeigt.
Bei Epicham. = βελόνη, B.A. 113.14. – Nach Hesych. ῥαπίδες = ὑποδήματα, περόναι ; – dor. auch = ῥαφίς.
Bei Epicham. = βελόνη, B.A. 113.14. – Nach Hesych. ῥαπίδες = ὑποδήματα, περόναι ; – dor. auch = ῥαφίς.
ῥαπίς
ῥᾰπίς, ίδος, ἡ,
= ῥάβδος.