ῥάπτρια Save LSJ Pape ῥάπ-τρια, ἡ, fem. of ῥάπτης, Eust. 1764.60. ῥάπτρια, ἡ, fem. zu ῥάπτης, Sp., bei den VLL, Erkl. von ἠπήτρια, ἀκέστρια.