ῥινωτηρία Save LSJ Pape ῥῑν-ωτηρία, ἡ, = ἐφολκίς (q.v.), Poll. 1.86. ῥινωτηρία, [ῑ], ἡ, ein Teil am Hinterende des Schiffes, ἐφολκίς ; Poll. 1.86 ; VLL.