ῥινόσιμος
ῥινόσιμος, snub-nosed
ῥῑνό-σῑμος, ον, (ῥίς)
- snub-nosed, Luc. Bacch. 2.
ῥινό·σιμος, ος, ον [ῑ ῑ] au nez camus, Luc. Bacch. 2.
Étym. ῥίς, σιμός.
ῥινόσιμος, [ῑ, ῑ], stumpfnasig, Luc. Bacch. 2.
ῥινόσιμος
ῥῑνό-σῑμος, ον,
ῥίς
- snub-nosed, Luc.