ῥίπημα Save LSJ Pape ῥῑπ-ημα, ατος, τό, = foreg., Hsch. s.v. ἐν ἀτόμῳ. ῥίπημα, τό, = ῥιπή, Hesych. v. ἐν ἀτόμῳ, zw.