ῥοδόδενδρον
ῥοδό-δενδρον, τό,
- = foreg. [ῥοδοδάφνη], Dsc. 4.81, Plin. HN 16.79.
ῥοδό·δενδρον, ου (τὸ) c. le préc. Diosc. 4, 82.
Étym. ῥ. δένδρον.
ῥοδόδενδρον, τό, = ῥοδοδάφνη, Sp.