ῥοδόκισσος Save Bailly 2024 Pape ῥοδό·κισσος, ου (ὁ) lierre-rose, Thcr. Idyl. 5, 131 dout. Étym. ῥ. κισσός. ῥοδόκισσος, ὁ, Rosenepheu, Theocr. 5.131, v.l. für ὡς ῥόδα κισσός.