ῥωγμός
ῥωγμός,
- v. ῥωχμός (B). ῥώδιγγες· πληγαὶ ὕφαιμοι διακεκομμέναι, οἱ δὲ μώλωπες, Hsch. (also ῥώτιγγες Id.). ῥῳδιόν· τὸν ἐρῳδιόν, Id., cf. Hippon. 63.
ῥωγμός, οῦ (ὁ) c. ῥωγμή, Bion fr. 15.
ῥωγμός, ὁ, = ῥωγή, Sp., auch ῥωχμή u. ῥωχμός².