About Report a problem

Menu

ῥωγμός

ῥωγμός,
  • v. ῥωχμός (B). ῥώδιγγες· πληγαὶ ὕφαιμοι διακεκομμέναι, οἱ δὲ μώλωπες, Hsch. (also ῥώτιγγες Id.). ῥῳδιόν· τὸν ἐρῳδιόν, Id., cf. Hippon. 63.

Saved

Recent