ῥωμαλεότης Save Bailly 2024 Pape ῥωμαλεότης, ητος (ἡ) force du corps, Rhét. 3, 599 W. Étym. ῥωμαλέος. ῥωμαλεότης, ητος, ἡ, Leibesstärke, Eust.