Τιμοδημίδας
Τιμοδημίδας, son of Timodemos
Could not find Τιμοδημίδαι in Logeion dictionaries.
Τιμοδημίδαι Proper-name noun masculine nominative plural of Τιμοδημίδας
Τῑμοδημῐδας
- 1son of Timodemos ὅσσα δʼ ἀμφʼ ἀέθλοις, Τιμοδημίδαι ἐξοχώτατοι προλέγονται (-δαμίδα Schr.) N. 2.18