τιμήσιος Save LSJ Bailly 2024 Pape τῑμήσιος, ον, f.l. in Ael. NA 11.7. τιμήσιος, ος, ον [τῑ] honoré ou honorable, El. N.A. 11, 7. Étym. τιμάω. τιμήσιος, [τῑ], = τιμητός, Ael. H.A. 11.7.