βράσμα
βράσμα, boiling
βράσμα, ατος, τό,
- boiling, μέχρι βρασμάτων ἑπτά Aët. 6.80.
- II v.l. for βρέγμα, Dsc. 2.159.
- III shaking motion, Herod.Med. in Rh.Mus. 58.81.
1 ebullición
ἑψήσας μέχρι βρασμάτων ἑπτά
2 sacudida
αἰώρᾳ δὲ χρησόμεθα ... μετὰ κινήματος καὶ βράσματος σφοδροτέρου
γέλως, παρειᾶς β.
• agitación
ἐν τῷ βράσματι τοῦ διωγμοῦ
• fig. pasión, deseo
σαρκὸς καὶ βράσματος δουλεία
βράσμα, ατος (τὸ)
1 bouillonnement, Aét. 142, 5 ||
2 pellicule autour d’un grain de poivre, Diosc. 2, 189.
Étym. βράζω.
βράσμα, τό, = βρασμός, Eust.