βρασματώδης
bullicioso
γέλωτες ἀκρατεῖς καὶ βρασματώδεις
βρασματώδης, ης, ες [μᾰ] bouillonnant, Naz. 2, 98.
Étym. Cf. le préc.
βρασματώδης, ες, einer Erschütterung ähnlich, Sp. Auch βρασμώδης.
bullicioso
γέλωτες ἀκρατεῖς καὶ βρασματώδεις