βρασματίας
βρασματίας, upheaving the earth vertically (of earthquake)
βρασμᾰτίας, ου, ὁ,
- = βράστης, opp. σεισματίας, Posidon. ap. D.L. 7.154, Amm.Marc. 17.7.13 (pl.), Heraclit. All. 38.
sacudida
εἶναι δ' αὐτῶν (σεισμῶν) τοὺς μὲν σεισματίας ... τοὺς δὲ βρασματίας
βρασματίας, ου [μᾰ] adj. m. c. βράστης, Posidon. (DL. 7, 154).
Étym. βράσμα.
βρασματίας, ὁ, = βράστης ; ἄνεμοι βρασματίαι καὶ σεισματίαι DL. 7.155.