βρασμώδης Save DGE Bailly 2024 βρασμώδης -ες tembloroso διά τινος κλόνου καὶ βρασμώδους κινήσεως Gr.Nyss.M.44.160C. βρασμώδης, ης, ες, qui se produit en bouillonnant, bouillonnant, Nyss. 1, 160 c Migne. Étym. βρασμός, -ωδης.