βραστικός Save LSJ Bailly 2024 βραστικός, ή, όν, f.l. for βλαστικός, Herm. ap. Stob. 1.41.7. βραστικός, ή, όν, c. βρασματώδης, Herm. (Stob. Ecl. 1, 742). Étym. βράζω.